Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: Αναγκαιότητα ή πρόσχημα;

του Παντελή Γαλίτη

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του, ψηφισθέντος πλέον, Νόμου: «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» για την αναγκαιότητα καθιέρωσης Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (Ε.Β.Ε.) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: «Η ρύθμιση αποσκοπεί στη διασφάλιση των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων της επιτυχούς φοίτησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μέσω της θεσμοθέτησης Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (Ε.Β.Ε.), στην ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών, καθώς και στη μείωση του ποσοστού μη ολοκλήρωσης αυτών. Επίσης, η ρύθμιση στην ενίσχυση της αυτονομία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και της δυνατότητας κάθε σχολής, τμήματος ή εισαγωγικής κατεύθυνσης να διαμορφώσει το ακαδημαϊκό της/του προφίλ, καθώς προβλέπεται αποφασιστικός ρόλος των Α.Ε.Ι. στον καθορισμό της βάσης εισαγωγής των φοιτητών. Δίνεται επιπλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στην εκπεφρασμένη προτίμηση των υποψηφίων σε πανεπιστημιακό τμήμα εισαγωγής. Ενθαρρύνονται, κατά αυτόν τον τρόπο, οι συνειδητές επιλογές στη συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου, και επιτυγχάνεται η αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών με συμμετοχή φοιτητών που επιλέγουν στοχευμένα τις εν λόγω σχολές και τμήματα με βάση τις κλίσεις και προτιμήσεις τους».

Έτσι, στον ψηφισθέντα Νόμο συμπεριλήφθηκε η ρύθμιση ότι: «Για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση λαμβάνονται υπόψη κατά σειρά: α) η ανά σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (Ε.Β.Ε.), σύμφωνα με το άρθρο 4Β και β) το σύνολο των μορίων που συγκεντρώνει ο υποψήφιος στα  τέσσερα (4) πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα (…) Για την εισαγωγή στις σχολές, τμήματα ή εισαγωγικές κατευθύνσεις του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται η επίτευξη της Ε.Β.Ε. του ειδικού μαθήματος ή των ειδικών μαθημάτων ή πρακτικών δοκιμασιών της σχολής, τμήματος ή εισαγωγικής κατεύθυνσης, καθώς και της Ε.Β.Ε. της σχολής, τμήματος ή εισαγωγικής κατεύθυνσης, σύμφωνα με το άρθρο 4Β. (…) (άρθρο 1, παρ. 2).

Στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ορίζεται ότι: «1. Προϋπόθεση συμμετοχής των υποψηφίων των πανελλαδικών εξετάσεων στη διαδικασία επιλογής για εισαγωγή στα Α.Ε.Ι., στις Α.Ε.Α, στις Α.Σ.Τ.Ε. του Υπουργείου Τουρισμού, στις σχολές των Α.Σ.Ε.Ι. και Α.Σ.Σ.Υ., στη Σ.Σ.Α.Σ., στις σχολές της Αστυνομικής και Πυροσβεστικής Ακαδημίας, στις Α.Ε.Ν., καθώς και τις Σχολές Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος και Λιμενοφυλάκων, αποτελεί η επίτευξη στις πανελλαδικές εξετάσεις βαθμολογικής επίδοσης ίσης ή μεγαλύτερης της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής ανά σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση (Ε.Β.Ε. σχολής, τμήματος ή εισαγωγικής κατεύθυνσης). (…). 4.

Η ελάχιστη και μέγιστη τιμή του συντελεστή της Ε.Β.Ε. των σχολών, τμημάτων και εισαγωγικών κατευθύνσεων ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (…). 5. Ο συντελεστής της Ε.Β.Ε. για κάθε σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση καθορίζεται με απόφαση της συγκλήτου έπειτα από πρόταση της σχολής, του τμήματος ή της εισαγωγικής κατεύθυνσης (…)».

Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση, η διασφάλιση της επιτυχούς φοίτησης θα επιτευχθεί με την εφαρμογή της Ε.Β.Ε, η οποία ως φίλτρο θα επιτρέπει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των ικανών μαθητών/-τριών και, κατ’ επέκταση, θα αποτρέπει την υποβάθμισή της από εισερχομένους σε αυτήν μαθητών/-τριών χαμηλού εκπαιδευτικού προφίλ. Στην προσπάθεια αυτή ορίζονται ως συνδιαχειριστές οι ίδιες οι σχολές, αφού αυτές με την σειρά τους θα οριστικοποιούν την Ε.Β.Ε. στα πλαίσια της ελάχιστης και μέγιστης ορισθείσας τιμής του συντελεστή από το ΥΠΑΙΘ. Ως αποτέλεσμα των ρυθμίσεων αυτών, εκτός των άλλων ωφελημάτων, η Ε.Β.Ε. θα οδηγήσει – πάντα κατά την Αιτιολογική έκθεση – στην αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών.

Έτσι, εντυπωσιακά απλοϊκά και απλουστευτικά, προσδιορίστηκε το πρόβλημα της εισαγωγής των αποφοίτων με ιδιαίτερα χαμηλές βάσεις στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ανακαλύφθηκε η ρίζα του κακού που ακούει στο όνομα υποβάθμιση της ποιότητας σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και αυτή η ρίζα είναι ακριβώς – έτσι ισχυρίζεται η Αιτιολογική έκθεση – οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής. Οι οποίες, έτσι, ορφανές, προέκυψαν ως κακή αιτία για την υποβάθμιση των σπουδών στα πανεπιστημιακά μας ιδρύματα και για το ότι τα παιδιά μας δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των θεμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων. Και, φυσικά, ούτε λόγος για το ενδεχόμενο (;) αυτές οι χαμηλές επιδόσεις στις πανελλαδικές εξετάσεις να σχετίζονται με την ποιότητα σπουδών τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Να σχετίζονται με τα προγράμματα σπουδών στις δύο αυτές βαθμίδες εκπαίδευσης. Η λογική: «πονάει κεφάλι – κόβει κεφάλι» στην περίπτωση αυτή βιώνει τον θρίαμβό της.

Αλλά και η ίδια η υποκειμενική διάσταση της Ε.Β.Ε., τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτή προσδιορίζεται, καταδεικνύεται εδώ και χρόνια μέσα από τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων.

Ενδεικτικά (από κείμενα του ημερήσιου τύπου):

Έτος 2005: «Τελευταία πράξη μιας αποτυχίας» (Εφημερίδα: «Η Καθημερινή», φύλλο της: 26-8-2005): «H αυλαία ενός ακόμη συστήματος εισαγωγής στα πανεπιστήμια έπεσε χθες βροντωδώς με την είδηση της επιτυχίας υποψηφίου σε AEI (Γερμανική Φιλολογία Θεσσαλονίκης) με το
παγκοσμίως αρνητικό ρεκόρ του 1,53 με άριστα το 20! Έτσι, τα συσσωρευμένα προβλήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της διασύνδεσής της με την τριτοβάθμια έρχονται πάλι στο προσκήνιο, με δεδομένο ότι από το 2006 θεσπίζεται όριο εισαγωγής (βαθμός 10 ή 10.000 μόρια), ενώ μειώνονται από εννέα σε έξι τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα.(…)»

Έτος 2009: «Ρεκόρ… κενών θρανίων!» (Εφημερίδα: «Τα Νέα», φύλλο της: 26-8-2009»: «Εκτίναξη βάσεων στις περισσότερες υψηλόβαθμες Σχολές και νέο ρεκόρ τετραετίας- με σχεδόν 20.000 κενές θέσεις, προέκυψε από τη χθεσινή ανακοίνωση των αποτελεσμάτων εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Παράλληλα οι Σχολές χαμηλής ζήτησης έπεσαν ακόμα περισσότερο, ενώ πάνω από 30 Τμήματα περιφερειακών ΤΕΙ θα μείνουν και εφέτος με κενά θρανία αφού δεν κατόρθωσαν να καλύψουν πάνω από 10 θέσεις εισακτέων.

Συνολικά περισσότεροι από 50.000 υποψήφιοι όλων των κατηγοριών έμειναν εκτός Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, πολλοί από τους οποίους θα αποτελέσουν την πελατεία των κολεγίων που από εφέτος θα λειτουργούν και με τη σφραγίδα του κράτους. Να σημειωθεί ότι την τελευταία τετραετία που εφαρμόζεται το μέτρο της βάσης του δέκα έχουν απομείνει κενές πάνω από 65.000 θέσεις συνολικά, ιδίως σε Τμήματα περιφερειακών ΤΕΙ με προφανή αρνητικά αποτελέσματα για τις τοπικές κοινωνίες (…) Η χθεσινή ανακοίνωση των βάσεων έφερε όλες τις Ιατρικές και Οδοντιατρικές Σχολές σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα καθώς απαιτούν πάνω από 19.000 μόρια για την εισαγωγή και εκτίναξε εκ νέου τις Παιδαγωγικές και Πολυτεχνικές που εγγυώνται επαγγελματική αποκατάσταση. (…)

Και ακόμη, για τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων αυτής της χρονιάς (2009): «11.000 οι άριστοι – 50.000 δεν βλέπουν την πόρτα των ΑΕΙ-ΤΕΙ. Η φετινή «κατασκευή» περίπου 11.000 αριστούχων, του μεγαλύτερου αριθμού τα τελευταία 9 χρόνια, σε συνδυασμό με τη μειωμένη προσφορά θέσεων εισακτέων στις περιζήτητες σχολές αφενός, απογείωσε τις βάσεις εισαγωγής του συνόλου των περιζήτητων και υψηλόβαθμων πανεπιστημιακών σχολών (εκτός των Νομικών)» (Έρευνα στην ίδια εφημερίδα).

Έτος 2011: «Μετεξεταστέα η Παιδεία» (Εφημερίδα: «Ελευθεροτυπία», φύλλο της: 21-6-2011 ): «Ρεκόρ αποτυχίας, προς καθολική πτώση οι βάσεις. Αν θεωρήσουμε ότι οι βαθμοί των υποψηφίων από τις εξετάσεις εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ είναι ένα βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση του επιπέδου των μαθητών αλλά και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τότε η εικόνα από τα φετινά αποτελέσματα είναι, σαφώς, αποκαρδιωτική. Μαθηματικά και η Φυσική, οι βαθμολογίες κάτω από τη βάση ξεπέρασαν το ποσοστό ρεκόρ του 70%.(…). Δύο είναι τα βασικά στοιχεία που θα σπρώξουν προς τα κάτω την πορεία των βάσεων φέτος:

1. Η μείωση του αριθμού των εισακτέων κατά 10.250 θέσεις.

2. Οι χαμηλές βαθμολογίες στα μαθήματα αυξημένης βαρύτητας, κάτι που αναμενόταν από τον αυξημένο βαθμό δυσκολίας των θεμάτων».

Έτος 2015: «Αρνητικό ρεκόρ των αριστούχων, πτώση των βάσεων» («Εφημερίδα των Συντακτών», φύλλο της: 24-6-2015): “«Ακραία» εξεταστικά φαινόμενα σαρώνουν τις βάσεις με την γενική εικόνα για τους υποψηφίους, όπως διαμορφώνεται από τους βαθμούς τους στις Πανελλαδικές να δείχνει μεγάλη πτώση σε όλα τα Επιστημονικά Πεδία.  Χαμηλές οι επιδόσεις των υποψηφίων σε Μαθηματικά και Φυσική θετικής κατεύθυνσης, που αναμένεται να γκρεμίσουν ύστερα από αρκετά χρόνια το «ταβάνι» των 19.000 μορίων στις Ιατρικές Σχολές. (…)”.

Την ίδια χρονιά (2015): «Η αποτυχία – ρεκόρ στα Μαθηματικά ρίχνει τις βάσεις σε τέσσερα πεδία» (Εφημερίδα: «Η Καθημερινή», φύλλο της: 07-6-2015): “«Τρίζει» το ρεκόρ αποτυχίας του 2013 στα Μαθηματικά κατεύθυνσης, μάθημα που βάζει το στίγμα του στη διαφαινόμενη πτώση των βάσεων εισαγωγής σε σχολές των τεσσάρων από τα πέντε επιστημονικά πεδία κατά τις φετινές πανελλαδικές εξετάσεις. Σχεδόν οι οκτώ στους δέκα υποψηφίους τεχνολογικής κατεύθυνσης -της πολυπληθέστερης μεταξύ των τριών- έγραψαν κάτω από τη βάση στα Μαθηματικά, ενώ παρά τις αρχικές προβλέψεις, πολύ κακές βαθμολογικές επιδόσεις παρουσιάζονται και στη Φυσική, με αποτέλεσμα η μεγάλη αποτυχία στα δύο αυτά μαθήματα να επηρεάζει έντονα την πορεία των βάσεων των σχολών που διεκδικούν οι υποψήφιοι της θετικής και της τεχνολογικής κατεύθυνσης”.

Οι παραπάνω είναι μερικές μόνο αναφορές των τεκταινόμενων στο πεδίο των πανελλαδικών εξετάσεων την τελευταία δεκαπενταετία. Διαβάζοντας τα παραπάνω άρθρα, δημιουργείται η εύλογη απορία πώς είναι δυνατόν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ουσιαστικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις (αλλά ακόμη και αν υπήρχαν τέτοιες επιτυχημένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις) την μια χρονιά να εμφανίζονται εντυπωσιακά ποσοστά μαθητών/-τριών που δεν καταφέρνουν να επιτύχουν στοιχειωδώς στις πανελλαδικές εξετάσεις και, αντίθετα, να «καταφέρνουν» να αποτύχουν παταγωδώς, ενώ, την επόμενη ή την μεθεπόμενη χρονιά οι συμμετέχοντες στις πανελλαδικές εξετάσεις να επιτυγχάνουν ως άριστοι με το εντυπωσιακό ποσοστό του 20% (!) των συμμετασχόντων. Αναδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, ότι ο βαθμός δυσκολίας των θεμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων αποτελεί από μόνος του ρυθμιστικό παράγοντα των βάσεων εισαγωγής. Στην περίπτωση που γίνει αποδεκτή η υπόθεση πως ο βαθμός δυσκολίας των επιλεγόμενων θεμάτων υπόκειται σε έλεγχο σημαντικού ή και υπέρμετρου βαθμού υποκειμενικότητας, φαντάζει περισσότερο αποδεκτή η άποψη της υποκειμενικής λειτουργίας της Ε.Β.Ε. ως αποτελεσματικού φίλτρου εισαγωγής στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς, είναι αλήθεια, να μπορεί να αμφισβητηθεί η αποτελεσματικότητά της ως ημιπερατής μεμβράνης που λειτουργεί ευνοϊκά για τους επιθυμητούς «άριστους» μελλοντικούς φοιτητές, αυτούς των οποίων το μαθητικό υπόβαθρο δεν έχει προσδιοριστεί μόνο από την θητεία στα μαθητικά θρανία των δημόσιων σχολείων.

Είναι προφανές ότι η Ε.Β.Ε. μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ καλό εργαλείο σε κάθε εκπαιδευτική πολιτική που επιθυμεί την, με έμμεσο, πλην απόλυτα αποτελεσματικό και αναίμακτο τρόπο, μείωση των θέσεων στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με τις τοπικές κοινωνίες στις οποίες λειτουργούν τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα, των οποίων η ορθότητα του πλήθους και της χωροταξικής τους κατανομής ως αναγκαιότητα λειτουργίας στην ελληνική επικράτεια δεν αποτελεί αντικείμενο του  παρόντος άρθρου. Αν η εφαρμογή της Ε.Β.Ε. δεν αποτελεί αντικείμενο μιας τέτοιας προσπάθειας, αλλά ρύθμιση ειλικρινούς επιθυμίας αναβάθμισης των τριτοβάθμιων σπουδών, αυτό μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

Ίσως η συζήτηση που ξεκίνησε ο, νέος πλέον, Νόμος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ο προβληματισμός που αναζωπυρώθηκε σχετικά με το «τι πταίει» τελικά για τις αρνητικές επιδόσεις στις πανελλαδικές εξετάσεις να αποτελέσουν, επιτέλους, την αφορμή μιας ουσιαστικής συζήτησης, ενός συναινετικού ειλικρινούς πολιτικού διαλόγου, που θα οδηγήσει στην λήψη και στην εφαρμογή αναζωογονητικών για την ελληνική εκπαίδευση μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση της ουσιαστικής αναβάθμισής της. Όχι μεταρρυθμίσεων που η ημερομηνία λήξης τους προσδιορίζεται από την εκάστοτε κυβερνητική αλλαγή, αλλά που η εφαρμογή τους απαιτείται ως συνέπεια των εκάστοτε αναγκών της κοινωνικής πραγματικότητας.

ΠΗΓΗ: esos.gr

X